διαρρέω


διαρρέω
протекаю

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "διαρρέω" в других словарях:

  • διαρρέω — flow through pres subj act 1st sg (epic doric ionic aeolic) διαρρέω flow through pres ind act 1st sg (epic doric ionic aeolic parad form) διαρρέω flow through pres subj act 1st sg διαρρέω flow through pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρρέω — διαρρέω, διέρρευσα βλ. πίν. 42 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διαρρέω — (AM διαρρέω) 1. ρέω κατά μήκος ή διά μέσου 2. (για δοχεία, σκεύη κ.λπ.) δεν έχω στεγανότητα 3. (για χρόνο) παρέρχομαι, περνώ σιγά σιγά 4. ξεγλιστρώ, διαφεύγω απαρατήρητος αρχ. μσν. εξαφανίζομαι, διασκορπίζομαι αρχ. 1. (για φήμη) α) θεωρούμαι… …   Dictionary of Greek

  • διαρρέω — διέρρευσα 1. ρέω ανάμεσα: Τον κήπο μας διαρρέει ένα ρυάκι. 2. μτφ., διαφεύγω σιγά σιγά, χωρίς να με αντιληφθούν: Πληροφορίες διέρρευσαν στον τύπο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαρρέῃ — διαρρέω flow through pres subj mp 2nd sg (epic ionic) διαρρέω flow through pres ind mp 2nd sg (epic ionic) διαρρέω flow through pres subj act 3rd sg (epic ionic) διαρρέω flow through pres subj mp 2nd sg διαρρέω flow through pres ind mp 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρρεομένων — διαρρέω flow through pres part mp fem gen pl (epic doric ionic aeolic) διαρρέω flow through pres part mp masc/neut gen pl (epic doric ionic aeolic) διαρρέω flow through pres part mp fem gen pl διαρρέω flow through pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρρεῖ — διαρρέω flow through pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) διαρρέω flow through pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) διαρρέω flow through pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) διαρρέω flow through pres ind act 3rd sg (attic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρρεύσῃ — διαρρέω flow through pres part act fem dat sg (epic ionic) διαρρέω flow through aor subj mid 2nd sg διαρρέω flow through aor subj act 3rd sg διαρρέω flow through fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρρεόμενον — διαρρέω flow through pres part mp masc acc sg (epic doric ionic aeolic) διαρρέω flow through pres part mp neut nom/voc/acc sg (epic doric ionic aeolic) διαρρέω flow through pres part mp masc acc sg διαρρέω flow through pres part mp neut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρρεόντων — διαρρέω flow through pres part act masc/neut gen pl (epic doric ionic aeolic) διαρρέω flow through pres imperat act 3rd pl (epic doric ionic aeolic) διαρρέω flow through pres part act masc/neut gen pl διαρρέω flow through pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρρέει — διαρρέω flow through pres ind mp 2nd sg (epic ionic) διαρρέω flow through pres ind act 3rd sg (epic ionic) διαρρέω flow through pres ind mp 2nd sg (epic ionic) διαρρέω flow through pres ind act 3rd sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)